top2
bottom2

122017 1

 001

Η σκηνή ξετυλίγεται έξω από μια μικρή πόλη που ονομάζεται Ναΐν. Δύο διαφορετικές συνοδείες συναντώνται. Η πρώτη είναι ο Ιησούς με τους μαθητές Του που μπαίνουν στην πόλη, μία μάζα πονεμένων ανθρώπων που έβγαιναν η δεύτερη. Προπορευόταν ένα φέρετρο. Μια πονεμένη χήρα μάνα συνόδευε τον μονάκριβο γιο της στην τελευταία του κατοικία. Οι συνοδείες διασταυρώθηκαν. Η πρώτη με επικεφαλής τη Ζωή. Η δεύτερη με κέντρο το θάνατο. Η δυναμική αναμέτρηση, η δραματική πάλη αρχίζει.

Ο Κύριος, η Ζωή και η Ανάσταση των ανθρώπων, σπλαχνίζεται την μάνα. Γεμάτος συμπόνια της λέει: «Μη κλαίε». Σταματά την πομπή. Πλησιάζει το φέρετρο. Αγγίζει το νεκρό σώμα του παιδιού και απευθύνει το Θεϊκό πρόσταγμα: «Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι»! Το θαύμα είναι πλέον γεγονός. Ο νεκρός νέος ανακάθεται και αρχίζει να ομιλεί.

Η εξιστόρηση αυτού του θαύματος μας φέρνει μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Η συμπλοκή του Χριστού μας με τον θάνατο μας καλεί να φωτίσουμε το μυστήριο που κρύβει με το φως της χριστιανικής μας  πίστεως.

Ο θάνατος αποτελεί ένα συγκλονιστικό γεγονός, μια οδυνηρή πραγματικότητα μέσα στην ζωή μας. Η παρουσία του απαρχής γέμιζε την ψυχή του ανθρώπου με φόβο. Έφερνε στην σκέψη του απορία και αδιέξοδο.

Πραγματικότητα, λοιπόν, τραγική και αδιαμφισβήτητη. Γεννηθήκαμε; Ήρθαμε στον κόσμο αυτό; Μια μέρα θα πεθάνουμε οπωσδήποτε. Κανείς, μα κανείς, άνθρωπος δεν διέφυγε το δόκανο του θανάτου. Ποια είναι, όμως, η προέλευση του θανάτου; Πώς μπήκε στην ζωή του ανθρώπου;

Η τραγική συνέπεια της αμαρτίας είναι ο θάνατος, της αποστασίας και της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται: «φθόνω διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» (Σοφ. Σολ. 2,24). Άρα ο θάνατος δεν είναι έργο του Θεού, αλλά αποτέλεσμα της αποστασίας μας, της ζωής χώρια από τον Θεό που προτιμήσαμε.

Και ερχόμαστε στο ερώτημα: πώς αντιμετωπίζουν οι πολλοί τον θάνατο;

Μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων βλέπουν τον θάνατο σαν ένα φυσικό φαινόμενο και μόνο. Σαν το τέρμα της ζωής και την επιστροφή στο μηδέν. Φυσικά ούτε λόγος για μεταθανάτια ζωή. Δεν υπάρχει μέσα τους ελπίδα καμιά.

Άλλοι θέλουν να αγνοούν τον θάνατο. Τον αντιπαρέρχονται ηθελημένα. Σκέπτονται τα πάντα. Υπολογίζουν λεπτομέρειες. Μόνο τον θάνατο επιμένουν να αγνοούν. Να μην τον σκέπτονται.

Και μια τρίτη κατηγορία είναι αυτοί που φοβούνται, που τρέμουν τον θάνατο. Στην σκέψη ότι θα πεθάνουν μια μέρα παραλύουν από τον φόβο. Βλέπουν μια νεκροφόρα και αλλάζουν δρόμο. Όταν η ανάγκη τους επιβάλλει, τους είναι αδύνατον να δρασκελίσουν το κατώφλι του νεκροταφείου.

Όμως πώς εμείς οι χριστιανοί αντιμετωπίζουμε τον θάνατο; Πρώτιστο είναι η ορθή αντίληψη περί θανάτου που οφείλουμε να έχουμε. Ο θάνατος αποτελεί γεγονός αναμφισβήτητο. Όμως με τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού νικήθηκε. Έχασε την δύναμή του. Έγινε ύπνος, η πόρτα για την άλλη ζωή, την αιώνια.

Ένα δεύτερο σημείο που πρέπει να σημειώσουμε είναι η μνήμη θανάτου. Οι χριστιανοί δεν τρέμουμε μπροστά στον θάνατο. Αντίθετα τον σκεπτόμαστε. Διατηρούμε αυτό που οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ονόμασαν «μνήμη θανάτου». Αυτή η μνήμη γίνεται ανασχετικός φραγμός από το να αμαρτήσουμε. Οι πιστοί, ακόμα, προετοιμαζόμαστε για την ώρα του θανάτου. Ολόκληρη η ζωή μας υπηρετεί αυτό το ιδανικό: να είμαστε έτοιμοι την ώρα της εξόδου μας από τον παρόντα κόσμο. Αυτή η ετοιμασία είναι η προσπάθεια να ζούμε κατά το θέλημα του Θεού.

Μιλώντας για την προετοιμασία μας ενόψει του θανάτου είναι ανάγκη να πούμε δυο λόγια και για τον τρόπο με τον οποίο οι χριστιανοί οφείλουμε να ετοιμάζουμε τους ετοιμοθανάτους αδελφούς μας, συγγενείς ή φίλους μας.

Ασφαλώς δεν τρομοκρατούμε κανένα με την απειλή του επερχομένου θανάτου, αλλά και δεν αποσιωπούμε αφελώς αυτό που μέλλει να συμβεί, αραδιάζοντας παραμύθια και ψεύτικες παρηγοριές.

Με αγάπη και τέχνη εισηγούμαστε την ανάγκη για μια καλή εξομολόγηση. Να έρθει ο πνευματικός ιερεύς, για να εξομολογήσει τον γέροντα ή τον άρρωστό μας. Είναι εγκληματικό εμείς οι χριστιανοί να ανεχόμαστε ή -ακόμα χειρότερα- να καλλιεργούμε την ανόητη αντίληψη ότι ο ερχομός του ιερέως σημαίνει πως έφθασε η ώρα του θανάτου!

Μόνο έτσι πρέπει να προετοιμάζουμε τον άνθρωπό μας, για να λάβει την Θεία Κοινωνία. Και τα δυο αυτά -εξομολόγηση και μετάληψη- πρέπει να γίνουν όταν ο γέροντας ή ο ασθενής είναι ακόμα καλά, έχει διαύγεια πνεύματος και το επιθυμεί και ο ίδιος. Όταν πλέον πνέει τα λοίσθια ή έχει πέσει σε κώμα είναι ανώφελο. Η Εκκλησία δεν δίνει τα μυστήριά της σε πτώματα. Και η δική μας ευθύνη γι’ αυτή την αμέλειά μας είναι πολύ μεγάλη.

Αγαπητέ αναγνώστη,

Ας μην μας διαφεύγει η πραγματικότητα του θανάτου. Είμαστε φθαρτοί. Αργά ή γρήγορα -πότε ακριβώς, μόνο ο Θεός γνωρίζει- θα βρεθούμε όλοι αντιμέτωποι με την πραγματικότητα του θανάτου. Η μεγάλη ώρα του θανάτου θα έρθει οπωσδήποτε και για μας. Και θα έρθει ξαφνικά και απροειδοποίητα. Οφείλουμε να μην φοβόμαστε τον θάνατο. Να σκεπτόμαστε καθημερινά την ώρα της εξόδου από τον παρόντα κόσμο. Να προετοιμαζόμαστε για την μεγάλη αυτή στιγμή. Να παρακαλούμε τον Ιησού να μας χαρίσει «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών». Αμήν.

Διαλεχτός

   
   
  • Κυριακή 17 Δεκεμβρίου , Δανιήλ προφήτου, Αζαρίου και Μισαήλ, Διονυσίου Αιγίνης του εκ Ζακύνθου


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ