Μήνυμα της Ιεράς Συνόδου περί των Ιερατικών Κλήσεων

003Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Τρίτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν σήμερα καὶ καθὼς βρισκόμαστε ἤδη στὸ μέσο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει τὸ πολυτιμότερο κόσμημά της, τὸ ἀκαταμάχητο ὅπλο της, τὸν Τίμιο καὶ Ζωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ὁ Πανάγιος Σταυρὸς τοῦ Σωτῆρος προβάλλεται ἐνώπιόν μας, ὄχι μόνο γιὰ νὰ Τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ λάβουμε δύναμη στὸν ἀ­γώνα τῆς νηστείας, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀναλογισθοῦμε τὸ δικό μας χρέος· τὴν κλήση ποὺ ἀπευθύνει ὁ Θεὸς σὲ κάθε πιστὸ μαθητή του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολου­θεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μκ. 8, 34)· «ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει ὡς μαθητής μου, ἂς διακόψει κάθε σχέση μὲ τὸν κακὸ καὶ διεφθαρμένο ἑαυτό του, μὲ σταθερὴ τὴν ἀπόφαση νὰ ση­κώσει σταυρό, νὰ ὑποστεῖ κάθε δοκιμασία, ἀκόμη καὶ θάνατο, καὶ τότε νὰ μὲ ἀκο­λουθήσει».

«Ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ»: Ὁ Κύριος ζητάει ἀπὸ τοὺς μαθητές του τὴν τέ­λεια αὐταπάρνηση· νὰ σηκώσουν τὸν σταυρό τους μὲ ἀπόφαση θανάτου. Ποιός ὅ­μως εἶναι αὐτὸς ὁ σταυρὸς ποὺ καλεῖται νὰ ἀναλάβει κάθε πιστὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ;

Εἶναι πρώτιστα ἡ νέκρωση τῶν παθῶν καὶ τῶν σαρκικῶν φρονημάτων. «Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλ. ε´ 24), σημειώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτὸς ποὺ ἀνήκει πραγματικὰ στὸν Χριστὸ ἀγωνίζεται νὰ ἀποκόψει ὁριστικὰ τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες, τὰ πάθη καὶ τὰ ἐλαττώματα ποὺ ἔχουν ριζώσει βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή του· τὴν ζήλεια, τὸν φθόνο, τὸ ψέμα, τὴν ἀπάτη, τὴν κατάκριση, τὴν πλεονεξία, τὴν φιληδονία, τὴν φι­λαργυρία, ὅλα δηλαδὴ ἐκεῖνα ποὺ διατηροῦν μέσα του ζωντανὸ τὸν παλαιὸ ἄν­θρωπο καὶ ἀφήνουν νὰ κυριαρχεῖ τὸ ἐγὼ του.

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν νέκρωση τῶν παθῶν, ποὺ εἶναι ἑκούσιος σταυρὸς γιὰ τὸν πιστό, ὑπάρχει καὶ ὁ ἀκούσιος σταυρός, ποὺ καλεῖται νὰ σηκώσει μὲ τὴν ἴδια ἀφοσίωση καὶ αὐταπάρνηση. Πρόκειται γιὰ τὶς θλίψεις καὶ τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς· μιὰ ξαφνικὴ ἀποτυχία, ἕνα ἀξεπέραστο κατὰ τὰ ἀνθρώπινα δεδομένα πρό­βλημα, μία ὁλοφάνερη ἀδικία, μία ἀνίατη ἀσθένεια, ἕνα ἀβάσταχτο πένθος. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέχεται νὰ σηκώσει ἕνα τέτοιο σταυρὸ ὄχι μὲ ἀντίδραση ἐσω­τερικὴ οὔτε μὲ παθητικὴ ἀποδοχή, ἀλλὰ πρόθυμα καὶ καρτερικά, μὲ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Ἄλλωστε γνωρίζει ὅτι αὐτὸς ποὺ τοῦ τὸν δίνει δὲν εἶναι κάποιος ποὺ ὁρίζει σταυρὸ γιὰ τοὺς ἄλλους μόνο, ἀλλὰ Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρῶτος τὸν ἐβάστασε· μάλιστα δὲ Σταυρὸ τέτοιας ὀδύνης, ποὺ κανεὶς ἄνθρωπος δὲν ἔχει ἀναλάβει καὶ οὔτε πρόκειται ποτὲ νὰ ἀναλάβει.

Ἡ ζωὴ, λοιπόν, τοῦ χριστιανοῦ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸν σταυρό, τὸν ὁ­ποῖον καλεῖται νὰ σηκώσει κάθε πιστός, ἐὰν θέλει νὰ εἶναι γνήσιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἰδιαιτέρως ὅμως συνυφασμένη μὲ τὸν σταυρὸ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Κληρικοῦ. Καὶ τοῦτο διότι ὁ Κληρικός, οἱουδήποτε βαθμοῦ, εἶναι ἡ ἀδιάκοπη παράταση τῆς ζωῆς τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ.

Ἡ ἱερωσύνη ποὺ φέρει, τὸ μέγα τοῦτο μυστήριο καὶ ὑπεργήινο λειτούργημα, δὲν περιβάλλεται μόνο ἀπὸ οὐράνια λαμπρότητα καὶ δόξα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ σταυρώ­σιμα δάκρυα καὶ θλίψεις. Μία πρώτη ἐντύπωση αὐτῆς τῆς πραγματικότητος λαμ­βάνει ὁ νεοχειροτονηθεὶς ἱερεὺς κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς χειροτονίας του, ὅταν δεχό­μενος ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἀρχιερέως τὴν ἱερὰ παρακαταθήκη, τὸ τίμιο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στέκεται πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν Ἐσταυρω­μένο. Τὴν ὥρα ἐκείνη ὁ ἱερεὺς εἰσέρχεται στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς θυσίας. Τοῦτο τὸ γεγονὸς δίνει τὸ νόημα πιὰ τῆς ἱερατικῆς του ζωῆς. Ἀπὸ τὴν ἡ­μέρα αὐτὴ θὰ σηκώνει πολλοὺς σταυρούς, μὲ πρῶτο τὸν δικό του, τὸν προσωπικό, ποὺ εἶναι καὶ ὁ πιὸ βαρύς.

Πρῶτος ὁ ἱερεύς, ὡς ὑπόδειγμα τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς, καλεῖται νὰ ἀπαρνη­θεῖ τὸν ἑαυτό του· νὰ ἀποβάλει τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο· νὰ αὐτοσταυρωθεῖ. Ἔχει καὶ αὐτὸς ἀδυναμίες, κοσμικὲς ἐπιθυμίες, πειρασμικὲς ἐπιθέσεις. Πρέπει ὅμως νὰ τὶς σταυρώσει. Καὶ ἡ σταύρωση αὐτὴ ἀπαιτεῖ ἀγώνα, πάθος, πικρὸ ποτήριο, θάνατο, φέρει ὅμως τὴν προσωπική του ἀνάσταση.

Ἀλλὰ ἔχει καὶ ἄλλους σταυροὺς νὰ σηκώσει· τόσους μάλιστα, ὅσοι καὶ οἱ ἄν­θρωποι ποὺ φέρει στὸ πετραχήλι του. Καθένας μὲ τὴν κρίση του, μὲ τὰ προβλή­ματά του, μὲ τὶς συκοφαντίες του, μὲ τὶς εἰρωνεῖες του, μὲ τὶς ἀσθένειές του, μὲ τὴν ἀδιαφορία του, μὲ τὶς προσωπικές του ἀδυναμίες, τοῦ φορτώνει καὶ ἕνα σταυρό. Πρέπει ὅλους αὐτοὺς τοὺς σταυροὺς νὰ τοὺς κρατήσει μὲ ὑπομονή, μὲ πραό­τητα, μὲ ἀγάπη μέχρι θανάτου, «ὅτι κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη» (Ἆσμα 8,6).

Ὅλα δὲ αὐτά, διατυπούμενα ἐν λόγῳ σήμερα, τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπρο­σκυνήσεως, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θέσπισε νὰ τιμᾶ καὶ νὰ προ­βάλλει τὶς Ἱερατικὲς Κλήσεις, δίνουν τὴν εὐκαιρία σὲ ὅλους μας νὰ ἀναλογι­σθοῦμε τὴν πρέπουσα στάση μας ἀπέναντι στὴν Ἱερωσύνη καὶ τοὺς Ἱερεῖς μας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι σὲ ἐκείνους τοὺς νέους ποὺ ἔχουν τὴν κλίση τῆς Ἱερωσύνης ἐμ­φυτευμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ μέσα στὴν ὕπαρξή τους. Χρέος ὅλων μας νὰ σεβόμαστε καὶ νὰ τιμοῦμε τὸ ὑπερμέγιστο μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης, τὸ ὁποῖο ἀπεργάζεται τὴν σωτηρία μας· νὰ προσευχόμαστε γιὰ τοὺς ἱερεῖς μας, ὥστε ὁ Θεὸς νὰ τοὺς χα­ρίζει δύναμη νὰ σηκώνουν ἀγόγγυστα τοὺς σταυρούς τους καὶ φωτισμὸ νὰ ὑπηρε­τοῦν θεαρέστως τὸ πανάγιο Θυσιαστήριο καὶ τὸ ποίμνιό τους· νὰ ἐνθαρρύνουμε τέλος καὶ νὰ ἐπαινοῦμε τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ καταστοῦν λειτουργοὶ τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, ἐλέγχοντας συγχρόνως μὲ διάκριση ὅσους τὰ ἀπαξι­ώνουν καὶ τὰ ἀπογοητεύουν. Ἔτσι θὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς ὡς ἄλλοι Κυρηναῖοι, οἱ ὁποῖοι θὰ βοηθοῦμε τοὺς ἤδη χειροτονημένους Κληρικούς, καθὼς καὶ τοὺς μελ­λοντικούς, στὴν ἄρση τοῦ σταυροῦ τους· ἀλλά, τὸ κυριώτερο, θὰ ἀποδί­δουμε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν τὴν ἀληθινὴ λατρεία σὲ Ἐκε­νον ποὺ δίδει τοὺς ποιμένες στὴν Ἐκ­κλησία Του· στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα Κύριο.

Καλὸ ὑπόλοιπο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς!

Μετά πατρικῶν εὐχῶν καί ἀγάπης,

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ