Επικήδειος λόγος Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνού εις τον μακαριστόν Μητροπολίτην πρώην Τρίκκης και Σταγών κυρόν Αλέξιον

dsc09171 resized 1024Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών κ. Χρυσόστομε,

Σεβασμιώτατοι άγιοι αδελφοί,

Πενθηφόρος ομήγυρις,

dsc09201 resized 1024Η θλίψις και ο πόνος, τον οποίον αισθάνεται η ανθρωπίνη καρδία, είναι πάντοτε ανάλογοι προς την αξίαν εκείνου, του οποίου την απώλειαν θρηνεί. Την στέρησιν αυτού αισθανόμεθα ως κενόν, το οποίον δημιουργείται εις το βάθος της εσωτερικής μας υπάρξεως. Εις την περίπτωσιν ταύτην ανάγεται αναμφιβόλως και η προς Κύριον εκδημία του γεραρού και σεβασμίου Μητροπολίτου, του από Τρίκκης και Σταγών Αλεξίου.

Ιδού ο επίλογος της ζωής, μίας ζωής όμως πλουσίας εις ήθος, εις πείραν, εις έργα, εις ενθουσιασμούς, εις φωτεινότητα. Ανεγνώσθη και η τελευταία σελίς του υπερόχου αυτού βιβλίου. Ανελύθη η φαεινή λαμπάς, αφού προηγουμένως εσκόρπισε το μελιχρόν και αμίαντον φως της. Ωρίμασεν ο στάχυς και έκλινε χρυσίζων προς την γην.

Ο Μητροπολίτης Αλέξιος εκοιμήθη εν Κυρίω και εν τω προσώπω αυτού εξέλιπε μια αρχοντική και συγχρόνως διακριτική Αρχιερατική φυσιογνωμία, ένας επίλεκτος Ιεράρχης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ένας δόκιμος θεράπων του ιερού θυσιαστηρίου και ἀλκιμος εργάτης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ένας εύστροφος και διαυγής νους. Και ήδη δικαίως θρηνούμεν επί τη απωλεία ταύτη, διότι έχομεν βαθείαν και οδυνηράν την πεποίθησιν ότι μία αξιόλογος εκκλησιαστική προσωπικότης κεκοίμηται εν ημίν, αξιόλογος εν σοφία, εν πίστει, εν αρετή, εν συνέσει. Και ο αντίλαλος του θρήνου ημών αντηχεί μακράν, πολύ μακράν, εις κύκλον ευρύτατον, πανταχού, εις το κλεινόν Άστυ, την Δράμαν, την Ξάνθην και όπου αλλού είναι γνωστόν το τετιμημένον όνομα του αποιχομένου Ιεράρχου. «Φωνή θρηνούντων ηκούσθη περί σε και φωνή οδυνομένων ανήγγειλε τον έπαινον σου».

Η φωνή του ιερού άμβωνος, την οποίαν δυστυχώς απεριτέχνως διερμηνεύει, κατά την επίσημον ταύτην στιγμήν, ο ασθενής του λόγου υπηρέτης, θα επιχειρήσει μετά δέους, πενιχρόν  σκιαγράφημα του εκλιπόντος Ιεράρχου, με τον σκοπόν, όπως εξ αυτού αντλήση δια τους παρεστώτας ολίγην παραμυθίαν και οικοδομήν και φως.

Εάν η ενατένισις, αδελφοί, ανωτέρας τινός πραγματικότητος ασκεί γοητείαν και δύναμιν επί της ανθρωπίνης ψύχης, οπόσην μεγαλυτέραν δύναμιν ενέχει η επίτευξις εν τη ζωή ανωτέρου τινός σκοπού, η επιτέλεσις υψηλής και ιεράς αποστολής, ήτις αποτελούσα οιονεί ανταύγειαν του θείου φωτός εν ημίν, περιαυγάζει την όλην ημών ύπαρξιν και εμφανίζει αυτήν καθαρωτέραν και ωραιοτέραν! Εις την περίπτωσιν αυτήν αναφέρεται αναμφιβόλως η κλήσις και η αποστολή του εκκλησιαστικού ποιμένος και λειτουργού, όστις εις την διάδοσιν και εμπέδωσιν των αρχών του Ευαγγελίου εμπνέεται εκ της κατά Θεόν μορφώσεως. Τοιούτος εκκλησιαστικός ποιμήν και Ιεράρχης πεφωτισμένος, κάτοχος παιδείας «ης οι πόνοι εισίν αρεταί» υπήρξε και ο εις την αγήρω και άληκτον ζωήν μεταστάς Μητροπολίτης Αλέξιος.

Το ιδεώδες, λοιπόν, της εκκλησιαστικής αποστολής και διακονίας, παιδιόθεν συνεκίνησε και ήσκησε γοητείαν επί της ενθουσιώδους ψυχής του αειμνήστου Ιεράρχου. Και προς κατάκτησιν τούτου, υπόπτερος έρχεται εκ Πειραιώς, όπου πρώτον εχαιρέτισε το φέγγος του ηλίου την 10ην Οκτωβρίου 1932. Γόνος ευσεβών γονέων, του εκ Μεσσήνης Καλαμών Γεωργίου Μιχαλοπούλου και της εκ Κυθήρων καταγομένης Ευγενίας Ψαράκη. Εις Πειραιά συνοδεύων τον ευλαβή πατέρα του επισκέπτεται τακτικώς τους Ιερούς Ναούς της πόλεως και αποκτά την πρώτην εμπειρίαν της εκκλησιαστικής ζωής. Εισέρχεται με ενθουσιασμόν ιερόν και ευλάβειαν εις την Θεολογικήν Σχολήν Αθηνών, εις το σεμνείον τούτο της θείας επιστήμης, όπου υφαίνεται όλη η ελπίς και η προσδοκία του μέλλοντος της Εκκλησίας, διαφλεγόμενος από το ιδεώδες της ιερωσύνης.

Υπό την πεπνυμένην καθοδήγησιν του πνευματικού του πατρός Αρχιμανδρίτου Αντωνίου Κλαουδάτου, εφημερίου τότε του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς και μετ’ ου πολύ Μητροπολίτου Ξάνθης κείρεται Μοναχός την 19ην Φεβρουαρίου 1954 εις την Ιεράν Μονήν Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης υπό του Καθηγουμένου αυτής Αρχιμ. Ιακώβου Μακρυγιάννη, του μετέπειτα Ελασσώνος, και χειροτονείται Διάκονος εις τον Ιερόν Ναόν Αγίου Κωνσταντίνου Πειραιώς υπό του Επισκόπου Μαραθώνος Δαμασκηνού Κοτζιά, του μετέπειτα Ναυπακτίας και Ευρυτανίας. Διακονεί εις διαφόρους Ναούς του Πειραιώς επί των αοιδίμων Αρχιεπισκόπων Σπυρίδωνος (1949-1956), Δωροθέου (1956-1957) και Θεοκλήτου του Β΄ (1957-1961) και ως στρατιωτικός ιερεύς, αποσπών δια το ήθος, την ευσέβειαν και την φιλοτιμίαν του την εκτίμησιν και την αγάπην της εκάστοτε προϊσταμένης του εκκλησιαστικής αρχής.

Ζηλών όμως τα κρείττονα και τιμών την εν Χριστώ μάθησιν ως αυξάνουσαν το φως της ανθρωπίνης γνώσεως, όν τρόπον η πίστις επιτείνει το φως της εν Χριστώ ζωής, συμπληροί τας θεολογικάς αυτού σπουδάς και καταρτισθείς καλώς περί την θύραθεν και έσω παιδείαν, ακολουθεί τον Γεροντά του εις Ξάνθην όπου το έτος 1961 χειροτονείται Πρεσβύτερος, προχειρισθείς αυθημερόν εις Αρχιμανδρίτην. Εκεί διακονεί ως ιεροκήρυξ, καθηγητής της Εκκλησιαστικής Σχολής Ξάνθης και Πρωτοσυγκελλεύων.

Εις μίαν ταραχώδη δια τα εκκλησιαστικά πράγματα περίοδον (1965-1966) εκπροσωπεί εν Δράμα τον Τοποτηρητήν της χηρευούσης Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας Μητροπολίτην Ξάνθης κυρόν Αντώνιον και εν συνεχεία ορίζεται Πρωτοσυγκελλεύων και Τοποτηρητής Δράμας, ως συνοδοιπόρος και Κυρηναίος του τότε αναλαβόντος τα ηνία της κατά Δράμαν Εκκλησίας Μητροπολίτου Δράμας Διονυσίου (Κυράτσου). Συνεργάζεται αρμονικώς μετ’ αυτού επί μία ενδεκαετίαν (1965-1976) και μετ’ αφοσιώσεως διακονεί και εργάζεται αποσπών δια μια εισέτι φοράν την ευαρεσκείαν και την εμπιστοσύνην του Επισκόπου του. Με τίτλους την εργατικότητα, την τιμιότητα, την ανιδιοτέλειαν και την αφοσίωσιν και εις επιβράβευσιν όλων αυτών προτείνεται προς προαγωγήν υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Δράμας Διονυσίου εις τον Αρχιεπίσκοπον Σεραφείμ, ο οποίος συγκατατιθέμενος εκλέγει αυτόν ως Βοηθόν του Επίσκοπον, δια την Αρχιεπισκοπήν Αθηνών, υπό τον τίτλον της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Διαυλείας. Χειροτονείται εν Δράμα υπό του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ την 21ην Αυγούστου 1976 και έκτοτε διακονεί παρ’ αυτώ εν Αθήναις. Λίαν συντόμως ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ  εκτιμών τα χαρίσματα του νέου Επισκόπου του αναθέτει εις αυτόν και νέα υπεύθυνα καθήκοντα εις την διοίκησιν της Ιεράς Αρχιεπισκοπής. Παραλλήλως η ευγένεια του νέου Αρχιερέως, η αγάπη και η καλωσύνη του κατακτούν τας καρδίας του ιερού κλήρου και του πιστού λαού. Ευπροσήγορος, κοινωνικός, εύχαρις τους τρόπους εν τη κατ’ ιδίαν αναστροφή πανταχού εφάνη άξιος των περιστάσεων και χρήσιμος εις τα πολλάς ανάγκας του ευσεβούς πληρώματος του άστεως.

Διά μίαν εισέτι φοράν όμως επιλέγεται δια τά «δύσκολα». Ο κλήρος πίπτει εις τον σεμνόν και μετριοπαθή Αλέξιον. Την 1ην Οκτωβρίου 1981 εις διαδοχήν του παραιτηθέντος Μητροπολίτου Στεφάνου εκλέγεται Μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών, εις μίαν ευαίσθητον Μητρόπολιν η οποία επί σειράν ετών εταλαιπωρήθη «κρίμασιν οις Κύριος οίδεν». Ο μακαριστός έρχεται εις την ενιαίαν τότε Μητρόπολιν Τρίκκης και Σταγών ως ειρηνοποιός. Με τον μειλίχιον χαρακτήρα του και την σύνεσιν του θεραπεύει σιγά–σιγά τα τραύματα και τας πληγάς του παρελθόντος και συστηματικά εργάζεται ουχί μόνον δια την ανέγερσιν ναών και δια την στελέχωσιν του ιερού κλήρου και των μονών της επαρχίας του αλλά προπάντων οικοδομεί και ευεργετεί τας ψυχάς των ευλαβών χριστιανών της περιοχής, τους οποίους αδιακρίτως περιβάλλει και θυσιαστικώς περιθάλπει με στοργήν και αγάπην, μέχρι της εν έτει 2015 οικειοθελούς παραιτήσεώς του από του θρόνου αυτής.

Ζηλωτής και εραστής του ωραίου, του αρχοντικού, του παραδοσιακού, δεν εδίσταζε να επωμισθή επιμόχθους πρωτοβουλίας διά την εν Τρικάλοις ανέγερσιν Πνευματικού Κέντρου εις το οποίον φιλοξενείται αξιόλογος Βιβλιοθήκη και άξιον θαυμασμού Μουσείον, όπου κατέθεσε ό,τι φιλοπόνως, ως φιλόμουσος, πάντοτε συνέλεγε, όπως η μέλισσα εκ των ανθηφόρων δένδρων, ό,τι καλόν και πολύτιμον και ωραίον.

Πεμπτουσία όμως και απόσταγμα αγνόν των τιμίων αυτού κόπων είναι η ανέγερσις του περικαλλούς Ιερού τούτου Προσκυνηματικού Ναού επ’ονόματι του Αγίου Βησσαρίωνος, όραμα και επιθυμία πολλών δεκαετιών, έκφρασις ευλαβείας προς τον προστάτην άγιον της ερατεινής πόλεως των Τρικκαίων.

Πέραν όμως των ποιμαντικών καθηκόντων εν τη λαχούση αυτώ επαρχία, η βαθεία γνώσις της ιστορίας της Εκκλησίας και των μεγάλων ζητημάτων αυτής κατέστησαν αυτόν δεξιόν παραστάτην και σύμβουλον των κατά καιρούς Αρχιεπισκόπων αλλά και εύστοχον και γνήσιον  ρμηνευτήν του Ορθοδόξου φρόνηματος εις τα εκάστοτε επασχολήσαντα γενικώτερον την Εκκλησίαν θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα.

Ο αείμνηστος Ιεράρχης, θερμουργός και εμπνευσμένος όπως ήτο, ενεβάθυνεν εις το νόημα της ιστορίας της Εκκλησίας και ενείδεν εν αυτή την ανωτέραν συνείδησιν της ανθρωπότητος. Εμελέτησεν με αγάπην την ιστορία, ήτις ενεπλούτισε, δια μέσου των αιώνων, τους μεγάλους μάρτυρας και εδωροφόρησε τους άτλαντας της Θεολογίας και εγέννησε τους κήρυκας του Ευαγγελίου. Ηρεύνα πάντοτε το παρόν υπό το φως του παρελθόντος, δια να αισθάνεται βαθύτερον τον ρυθμόν της συγχρόνου ζωής. Εν συναισθήσει βαθεία της υψηλής αυτού αποστολής και διακονίας, επέδειξεν εις τα ανακύψαντα κατά καιρούς εν τη Εκκλησία μεγάλα ζητήματα σύνεσιν ου την τυχούσαν και σταθερότητα γνώμης, την οποίαν, ως αγνόν εσωτερικόν ανάβλυσμα, υπηγόρευεν εις αυτόν η φωνή της συνειδήσεώς του.

Ως τοιούτον εγνώρισε και ως τοιούτον εξετίμησε και η Σεπτή Ιεραρχία τον εκλιπόντα ευπαίδευτον και πεφωτισμένον Ιεράρχην, τον πολύτιμον συνεργάτην του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, τον συναντιλήπτορα εν τοις πειρασμοίς του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, τον επιστήθιον φίλον και βαθύφρονα σύμβουλον του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου του Β΄. Δια τούτο η Σεπτή Κορυφή, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος υπό βαθείας συνέχεται σήμερον οδύνης και βαρύ αισθάνεται το πένθος. Θλίβεται μεγάλως η σεβασμία Ιεραρχία και ο περιούσιος του Κυρίου λαός επί τω θανάτω του γεραρού Ιεράρχου. «Φωνή θρηνούντων περί σε και φωνή οδυρομένων ανήγγειλε τον έπαινόν σου».

dsc09173 resized 1024Εις το σημείον αυτό επιτρεψατέ μοι ως εκπρόσωπος το Μακαριωτάτου και της Ιεράς Συνόδου να μεταφέρω τα θερμά συλλυπητήρια της Εκκλησίας πρώτον μεν προς τον άξιον διάδοχον του μακαριστού Σεβασμιώτατον αδελφόν Μητροπολίτην Τρίκκης και Σταγών κ. Χρυσόστομον, ο οποίος μετά του Πρωτοσυγκέλλου του π. Αλεξίου Κάνινα ανέλαβον να διακονήσουν τον Γέροντα Μητροπολίτην Αλέξιον τα τελευταία έτη, ως τέκνα γνήσια και στοργικά, μετ’ αφοσιώσεως και ζήλου και να σταθούν πλησίον αυτού κατά την δοκιμασίαν της υγιείας του. Η ευχή και η ευλογία του πάντοτε θα τους συντροφεύει και θα είναι κληρονομία και θησαυρός πολύτιμος δι’ αυτούς.

Προς την αδελφήν του εκλιπόντος Ευαγγελίαν Μαρίνη και τα τέκνα της Ιωάννην και Ευφροσύνην-Ευγενίαν, η οποία με πολλήν διακριτικότητα εστάθη πλησίον του Αρχιερέως αδελφού της, αξιοπρεπής, περιποιητική, ως η Μάρθα και η Μαρία, ωσαύτως θερμά συλλυπητήρια. Μετά τον προ εικοσαετίας αδόκητον θάνατον του δευτερότοκου υιού της π. Γεωργίου Μαρίνη, ενός ευέλπιδος κληρικού, ο οποίος κατά τας βουλάς του Κυρίου «ηρπάγη» εις τον Ουρανόν, το πλήγμα αυτό δι’ αυτήν και την οικογένειαν της είναι αναμφισβήτως βαρύ και επώδυνον.

Απευθυνόμενος, τέλος, προς τους περιλειπομένους αδελφούς των τε εκ του ιερού καταλόγου, οίτινες από των χειρών του μακαριστού εχειροτονήθησαν διάκονοι και πρεσβύτεροι ή εκάρησαν μοναχοί και μοναχαί, και προς εκείνους εκ των λαϊκών οι οποίοι καθ’ οιονδήποτε τρόπον ευηργετήθησαν, τους καλώ όπως μνημονεύωσι του τιμίου ονόματος αυτού εν ταις κατ’ ιδίαν εντεύξεσιν αυτών ου μην αλλά και όπως διδάσκωνται από τας αρετάς αυτού και εμπνέωνται υπ’ αυτού εις την κατά Χριστόν ζωήν και πορείαν.

Σεπτέ και μακαριστέ Γέροντα,

Καθ΄ ην στιγμήν αναλαμβάνεις την μακράν και αχερουσίαν αποδημίαν σου, ημείς πάντες, οι παρεστώτες εν θερμή προς τον Κύριον προσευχή και εν συγκινήσει δυσσυγκρατήτω, θρηνούμεν την στέρησίν σου διότι διήλθες παντού και πάντοτε ευεργετών και θεραπεύων. Η σεπτή σορός σου, από το βάθος της οποίας αντιλαλεί ο υπέροχος της αιώνιότητος τόνος, είναι εστεφανωμένη από τας γονίμους ημέρας της ζωής σου, τους μόχθους σου τους ιερούς, τους ενθουσιασμούς σου τους αγίους. Η μνήμη σου, προσφιλής και σεβάσμια, θα αποτελή δι’ ημάς τους νεωτέρους την εμπράγματον υπόμνησιν του ιερού σκοπού και του ιδεώδους υπό την σημαίαν του οποίου ετάχθημεν ως στρατιώται και διάκονοι Χριστού του Κυρίου. Και ενώ, μετ’ ολίγον, θα αναπαύεσαι εις την σιγήν του τάφου σου, η Εκκλησία, η οποία με στοργήν έχει αποταμιεύσει εν τη συνειδήσει αυτής το τετιμημένον όνομά σου, θα μετουσιώνη τον θρήνον ημών εις προσευχήν θερμήν προς τον Θεόν και εις μνημόσυνον αιώνιον.