† Ἀρχιμ. Διονύσιος Ἀβρ. Χουρμουζιάδης (1944-2021)

002Τὸ βράδυ τῆς 12ης Μαρτίου 2021 ὁ σεβαστὸς καὶ ἀγαπητὸς ἀδελφός μας π. Διονύσιος, ἔπειτα ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, ἀνεχώρησε ἀθόρυβα γιὰ τὰ οὐράνια σκηνώματα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ π. Διονύσιος (κατὰ κόσμον Πρόδρομος) Χουρμουζιάδης γεννήθηκε τὸ 1944 στὸν Βόλο ἀπὸ γονεῖς Μικρασιάτες. Ὁ εὐλαβέστατος πατέρας του Ἀβραὰμ ἦταν ἀπὸ τὴν Νεάπολη τῆς ἁγιοτόκου Καππαδοκίας, ἡ δὲ εὐσεβέστατη μητέρα του Δέσποινα τὸν ἀνέθρεψε κυριολεκτικὰ «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» (Ἐφ. ς΄ 4). Ὅπως εἶχε ὁμολογήσει ὁ ἴδιος: «Εἶχαν οἱ γονεῖς μου τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀγαπήσω τὸν Θεὸν μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις καὶ εἰς Αὐτὸν νὰ ἀφιερωθῶ καὶ νὰ Τὸν ὑπηρετήσω διὰ βίου». Οἱ ἴδιοι συμμετεῖχαν ὁλόψυχα ἐπὶ πολλὰ χρόνια στὰ ἱεραποστολικὰ ἔργα ποὺ ἐπιτελοῦσε ἡ Ἀδελφότης στὴν περιοχὴ τοῦ Βόλου, ἀργότερα δὲ στὴ Λάρισα, ὅπου μετοίκησαν.

Ὡς μαθητὴς Γυμνασίου στὸν Βόλο ὁ νεαρὸς Πρόδρομος εἶχε ἀναπτύξει πνευματικὴ ἐπαφὴ καὶ ἐπικοινωνία μὲ ὁρισμένα μέλη τῆς Ἀδελφότητος, ἡ ὁποία ἄσκησε εὐεργετικὴ ἐπίδραση στὴν ψυχή του. Συμμετεῖχε ἐνεργῶς στὰ Κατηχητικὰ Σχολεῖα, στὶς μαθητικὲς Ὁμάδες, στὶς Κατασκηνώσεις καὶ λοιπὲς ἱεραποστολικὲς δραστηριότητες καὶ ἐξορμήσεις μὲ τοὺς συνομηλίκους του, διακρινόμενος παντοῦ γιὰ τὸν ἱερὸ ζῆλο καὶ τὴ σεμνότητα τοῦ ἤθους του.

Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1962 ἦλθε στὴν Ἀθήνα ὡς φοιτητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, ὁπότε ὄχι μόνο διέμενε στὸ Φοιτητικὸ Οἰκοτροφεῖο τοῦ Συλλόγου «Ὁ Μέγας Βασίλειος», ἀλλὰ καὶ συμμετεῖχε ὁλόψυχα στοὺς νεανικοὺς τομεῖς (φοιτητῶν καὶ μαθητῶν) τοῦ ἱεραποστολικοῦ αὐτοῦ Συλλόγου. Παράλληλα μὲ τὶς σπουδές του ἐργαζόταν στὰ Γραφεῖα τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτὴρ» μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια. Ὅλα αὐτὰ βοήθησαν στὸ νὰ συσφιχθοῦν οἱ δεσμοί του μὲ τὴν Ἀδελφότητα.

Μετὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς στρατιωτικῆς θητείας του στὴν Πολεμικὴ Ἀεροπορία τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1970 ἐντάχθηκε στὴν Ἀδελφότητα, ὅπου μὲ ὑποδειγματικὴ ἀφοσίωση συνέχισε νὰ προσφέρει ὅλες τὶς δυνάμεις του στὰ ποικίλα ἱεραποστολικὰ ἔργα της. Κατὰ τὰ ἔτη 1972-1978 ὁρίσθηκε ἐπιπλέον ὡς ὑποδιευθυντὴς τοῦ Οἰκοτροφείου Φοιτητῶν στὴν Ἀθήνα. Τὸ ἔτος 1978 στάλθηκε ὡς παρεπιδημῶν θεολόγος στὸ Ἀγρίνιο, ἐξυπηρετώντας καὶ τὶς γειτονικὲς κωμοπόλεις μέχρι τὸ 1984, ἐργαζόμενος μὲ ὑποδειγματικὴ ἐπιμέλεια στὰ ἔργα τοῦ θείου κηρύγματος καὶ τῆς κατηχήσεως ἰδίως τῆς νεολαίας.

Τὸ ἔτος 1984 ὑπῆρξε ὁ μεγάλος σταθμὸς στὴ ζωὴ τοῦ ἀείμνηστου ἀδελφοῦ μας, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὰ Τρίκαλα. Τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων ἔλαβε τὴ μοναχικὴ κουρὰ μὲ τὸ ὄνομα Διονύσιος καὶ χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος ἀπὸ τὸν ἀοίδιμο Μητροπολίτη Τρίκκης καὶ Σταγῶν κυρὸ Ἀλέξιο. Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1985 ἔλαβε τὴ χειροτονία τοῦ ἱερέως ἀπὸ τὸν ἴδιο Μητροπολίτη, ὁ ὁποῖος τὸν διόρισε ἐπίσημο ἱεροκήρυκα τῆς Μητροπόλεώς του, λίγους δὲ μῆνες ἀργότερα τὸν χειροθέτησε ὡς πνευματικό.

Ἤδη «ἐτέθη ὁ λύχνος ἐπὶ τὴν λυχνίαν»! Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τρίκκης καὶ Σταγῶν κ. Χρυσόστομος στὸν λόγο ποὺ ἐκφώνησε κατὰ τὴν κηδεία τοῦ π. Διονυσίου μεταξὺ ἄλλων τόνισε: «Ἔκτοτε ὄργωνε στὴν κυριολεξία συστηματικὰ μὲ περιοδεῖες ὅλα τὰ χωριὰ τῆς περιφέρειας Τρικάλων, ἀλλὰ καὶ τῆς Καλαμπάκας (...). Στὸ κτήριο τῆς “ΓΕΧΑ” Τρικάλων δεχόταν πλήθη Χριστιανῶν στὸ φιλάνθρωπο Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ ἐπιτελοῦσε πολλὰ ἀκόμη ἱεραποστολικὰ ἔργα, ἀφοῦ ἦταν καὶ ὁ πνευματικὸς Προϊστάμενος. Πλούσια ἡ καρποφορία του καὶ στὶς Κατασκηνώσεις στὸ Νεραϊδοχώρι Τρικάλων κάθε καλοκαίρι. Καθημερινὰ ἐξομολογοῦσε πολλὲς ὧρες, ἔκανε ὁμιλίες σὲ Κύκλους, σὲ Συνάξεις νέων καὶ ὄχι μόνο. Τὶς δοκιμασίες τῆς ἀσθενείας του τὶς ἐπεσκίαζε ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ἡ ὑποδειγματικὴ αὐταπάρνησή του, ἡ πηγαία ἀγάπη, ἡ ὁλοκάρδια ἀφοσίωσή του στὸ πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ· καὶ τὸ γνήσιο ἱερατικό του ἦθος ἐνέπνεε τοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ ὅλους ὅσοι εἴχαμε τὴν εὐλογία νὰ τὸν γνωρίσουμε».

Πολὺ ἐπιτυχημένη σκιαγραφία τῆς προσωπικότητας τοῦ π. Διονυσίου μᾶς ἔδωσε ὁ χειμαρρώδης λόγος τοῦ προεξάρχοντος στὴ νεκρώσιμη Ἀκολουθία Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Τυρνάβου κ. Ἱερωνύμου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο σταχυολογοῦμε ὁρισμένα χαρακτηριστικὰ ἀποσπάσματα: «Ἡ ὑπουργία τῶν Μυστηρίων καὶ τὸ θεῖο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Χάριτος ἦταν οἱ ἀρχὲς τῆς Ἀδελφότητος, καὶ εἶναι, καὶ αὐτὰ ἔθελξαν τὴν ψυχὴ τοῦ π. Διονυσίου ἀπὸ μικρό, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐνετάγη εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἀδελφότητος. Ἐν ὑπακοῇ ἀπολύτῳ καὶ ἐν ἀδιακρίτῳ ἀφοσιώσει ἐργάσθηκε ἐπὶ χρόνια πολλά, καὶ ὡς λαϊκὸς θεολόγος, κυρίως ὅμως ὡς κληρικός, ἐδῶ στὰ Τρίκαλα, ἐδῶ ὅπου ἀπεδέχθη τὸ κάλεσμα τῆς φωνῆς τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ κατέστη πνευματικὸς ἀνθρώπων πολλῶν. (...) Ἄνθρωπος ἀγάπης, διακόνησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ εἰρήνη καὶ ἑνότητα σὲ ἐποχὲς πολλὲς φορὲς προκλητικὲς καὶ κρίσιμες, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ παρουσία του, τὸ παράδειγμά του ἐπέβαλλε πάντοτε, ὅπου ἐμφανιζόταν, τὴν εἰρήνη, τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν κατάπαυση τῶν παθῶν (...). Ὁ π. Διονύσιος ἀνῆκε στὴν παλαιὰ “στόφα” τῶν ἱεροκηρύκων, τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἤξεραν νὰ θυσιάζονται γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπεδίωκαν μόνο νὰ ἐφαρμόσουν στὴ ζωή τους καὶ νὰ κηρύξουν καὶ στοὺς ἄλλους τὸ “ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς”. (...) Παρουσίαζε τὸν Χριστὸ ἀτόφιο, τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ ἀκαινοτόμητο, παρουσίαζε τὸν Χριστὸ ὅπως εἶναι, καὶ ὁ ἴδιος φρόντιζε νὰ συμμαζεύεται σὲ μιὰν ἀκρούλα γιὰ νὰ μὴν παύσει ὁ ἄνθρωπος νὰ βλέπει καὶ νὰ ἀτενίζει πρὸς τὸν Χριστό (...). Ὑπῆρχε γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ διακονοῦσε τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἦταν προσηλωμένος ξεκάθαρα καὶ ἀνυπόκριτα, καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ὁριστικὸ καὶ χωρὶς νὰ κάνει κανένα διάλογο ἢ ἀμφισβήτηση γύρω ἀπὸ αὐτὸ στὶς ἀρχὲς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Ἀδελφότητος, γι᾿ αὐτό (...) τώρα ἄνθρωποι σὰν τὸν π. Διονύσιο λείπουν. Διότι ὁ π. Διονύσιος ἦταν θεμέλιο καὶ συνάμα ἀντιστύλι καὶ σήκωνε πολλὰ καὶ ἄντεχε πολλὰ καὶ ἀνέπαυε πολλοὺς καὶ οἰκονομοῦσε ψυχές. (...) Ἦταν ἀπὸ τοὺς παλαιούς, τὸ “λεῖμμα” τὸ σοβαρό, τὸ ἐκλεκτό, ποὺ παιδαγωγοῦσε τοὺς νεοτέρους καὶ συγκρατοῦσε καὶ συγκροτοῦσε τὸ ἦθος τῆς Ἀδελφότητος. Μᾶλλον ἔφυγε σὲ στιγμὴ ποὺ ἡ ἀπώλειά του θὰ θρηνηθεῖ καὶ θὰ ἀποτελέσει πλῆγμα καὶ γιὰ τὰ Τρίκαλα καὶ γιὰ τὴν Ἀδελφότητα».

Ὡς κατακλεῖδα τῆς νεκρολογίας αὐτῆς παραθέτουμε τὴν ἀρχὴ τοῦ ἐπικήδειου λόγου, ποὺ ἐκφώνησε ἕνας ἀπὸ τοὺς στενότερους συνεργάτες τοῦ μεταστάντος: «Ἔτσι φεύγουν οἱ Ἅγιοι· τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἔκανε ἥσυχα τὸν σταυρό του, ψέλλισε λόγια καρδιᾶς καὶ παρέδωσε εἰρηνικὰ τὸ πνεῦμα του. Κι ἄρχισε τὸ πανηγύρι στὸν οὐρανὸ ἀπὸ Ἁγίους καὶ Ἀγγέλους γιὰ μιὰ ἀκόμη ὁσία ψυχή, ποὺ ἀναπαύθηκε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὑπέμεινε μὲ καρτερία καὶ ὑπομονὴ τὰ προβλήματα ὑγείας ποὺ ἀντιμετώπιζε τὰ τελευταῖα ἔτη».

Ἂς εἶναι «αἰωνία ἡ μνήμη» τοῦ ἀγωνιστοῦ ἀδελφοῦ μας πατρὸς Διονυσίου, ὁ ὁποῖος ἔχουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι προσεύχεται θερμὰ γιὰ ὅλους ἐμᾶς ποὺ συνεχίζουμε «τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως» (Α΄ Τιμ. ς΄ 12), ὥστε τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου νὰ μᾶς καταδιώξει μέχρι τέλους!