Κυριακή μετά τα Φώτα ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἐφεσ. δ΄ 7-13, ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ματθ. δ΄ 12-17

0000ΦΩΣ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

«Τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς»

«Ἡ φωνὴ τοῦ Λόγου» ἐσίγησε! «Ὁ λύχνος τοῦ Φωτὸς» ἔσβησε! Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ποὺ σὰν λυχνάρι ἔριχνε ἀκτίνες φωτὸς μέσα στὸ βαθὺ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πλάνης, συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἀσεβὴ βασιλέα Ἡρώδη. Ὡστόσο ὁ κόσμος δὲν ἔμεινε χωρὶς φῶς. Διότι τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ ἀνέτειλε τὸ ἀνέσπερο φῶς, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ὁποῖος ἄρχισε τὴ δημόσια δράση του. Ἔτσι ἐπαληθεύτηκε ὁ λόγος τοῦ προφήτη Ἡσαΐα: «Ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Ὁ λαὸς δηλαδὴ ὁ καθηλωμένος στὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης καὶ τῆς ἀσεβείας εἶδε φῶς μεγάλο, καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ κάθονταν στὴ χώρα τὴν ὁποία ἐπισκιάζει τὸ πυκνὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου, σ’ αὐτοὺς ἥλιος ἀνέτειλε.

Ἂς σταθοῦμε ὅμως σ’ αὐτὸν τὸν τελευταῖο λόγο, γιὰ νὰ δοῦμε πῶς ζοῦσαν οἱ ἄνθρωποι κάτω ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ ποιὸ εἶναι τὸ φῶς ποὺ διέλυσε τὸ τρομακτικὸ σκοτάδι καὶ ἔφερε τὴν ἐλπίδα καὶ τὴ σωτηρία.

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ὁ πρὸ Χριστοῦ κόσμος ζοῦσε μέσα στὴν πλάνη καὶ τὴν εἰδωλολατρία, στὴν ἁμαρτία καὶ τὴ διαφθορά. Δὲν ἦταν ζωὴ αὐτή! Ἦταν θάνατος. Διότι ἡ ἁμαρτία τὸν εἶχε ὁδηγήσει στὸν πνευματικὸ θάνατο, δηλαδὴ τὸν χωρισμό του ἀπὸ τὸν Θεό. Βυθισμένος ὁ ἄνθρωπος στὸ βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας ἦταν καταδικασμένος καὶ στὸν αἰώνιο θάνατο. Τί φοβερό! Ζοῦσε ἀποκομμένος ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς Ζωῆς. Χωρὶς ὅραμα καὶ προοπτικὴ αἰωνιότητας!

Ὡς ἐπακόλουθο τοῦ πνευματικοῦ θανάτου καὶ ὁ σωματικὸς θάνατος, ὁ κοινὸς κλῆρος ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἅπλωνε παντοῦ ἕνα σκοτεινὸ πέπλο τρόμου καὶ ἀπελπισίας. Ὅλοι ζοῦσαν κάτω ἀπὸ τὴ σκιά του. Δὲν μποροῦσαν νὰ χαροῦν τὴ ζωή, διότι εἶχαν διαρκῶς μέσα τους τὴν ἀνησυχία καὶ τὴν ἀγωνία μήπως πεθάνουν καὶ ὑποστοῦν τὰ δεινὰ τῆς μετὰ θάνατον καταδίκης.

Ὁ ἄνθρωπος στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχὴ βίωνε ἔντονα τὸν φόβο τοῦ θανάτου. Ὅπως σημειώνει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀκόμα καὶ οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔκλαιγαν ὅσους πέθαιναν, σὰν νὰ μὴν ἐπρόκειτο νὰ τοὺς συναντήσουν ποτὲ ξανά!

Καὶ τὰ ἐρωτήματα ἔμεναν ἀναπάντητα: Τί γίνεται ὅταν πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος; Ποῦ πάει ἡ ψυχή του; Τί συναντᾶ ἐκεῖ καὶ τί αἰσθάνεται; Μάταια προσπάθησαν οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι νὰ δώσουν ἀπαντήσεις. Οἱ θεωρίες τους ἢ παρουσίαζαν ἀντιφάσεις καὶ ἀσάφειες ἢ στηρίζονταν σὲ μυθικὲς καὶ παιδαριώδεις ἀντιλήψεις... Ὅλα τόνιζαν τὴ σύγχυση καὶ τὸ βαθὺ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας ποὺ ἐπικρατοῦσε γύρω ἀπὸ τὸ κρίσιμο αὐτὸ θέμα. Καὶ ὁ κόσμος ἦταν καθηλωμένος σὲ αὐτὸ τὸ σκοτάδι. Καθηλωμένος... μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνέτειλε τὸ Φῶς!

Η ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι βρίσκονταν σὲ αὐτὴ τὴν ἀπελπιστικὴ κατάσταση, ἀνέτειλε «τὸ φῶς τοῦ κόσμου», ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Λυπήθηκε ὁ πανάγαθος Θεὸς τὸ πλάσμα του, τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τὸν ἔβλεπε νὰ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ θανάτου καὶ ἔστειλε τὸν Μονογενή του Υἱό, ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ «ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 8). Ταπείνωσε ὁ Κύριος τὸν Ἑαυτό του, μὲ τὸ νὰ γίνει ὑπάκουος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ, ποὺ εἶναι ὁ πλέον ὀδυνηρὸς καὶ ἐπονείδιστος θάνατος.

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἄρχισε νὰ διαλύεται τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴν ὀρθόδοξη εἰκονογραφία ἤδη ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Σωτῆρος ὑπογραμμίζεται πολὺ ἐκφραστικὰ ἡ κατανίκηση τοῦ θανάτου, ἀφοῦ τὰ σπάργανα τοῦ θείου Βρέφους ἔχουν τὴ μορφὴ τῶν νεκρικῶν σαβάνων, τὰ ὁποῖα ὁ Ἄγγελος θὰ δείξει στὶς Μυροφόρες τὸ πρωὶ τῆς Ἀναστάσεως. Ἐπίσης, τὸ σπήλαιο μὲ τὸ σκοτεινὸ χρῶμα του συμβολίζει τὸν κόσμο ποὺ εἶχε σκοτισθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἐνῶ μέσα σ’ αὐτὸ τὸ θεῖο Βρέφος καταυγάζεται ἀπὸ οὐράνιο φῶς, διότι μέσα στὰ σκοτάδια τοῦ κόσμου λάμπει τὸ ἀληθινὸ Φῶς, ὁ Χριστός.

Ὁ ἐρχομὸς τοῦ Θεανθρώπου σήμανε τὴ λήξη τῆς κυριαρχίας τοῦ θανάτου. Ἀπὸ τότε οἱ πιστοὶ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ μποροῦν νὰ ἀγωνίζονται νικηφόρα κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ὑπερνικοῦν τὸ φόβο τοῦ θανάτου. Κι ἐμεῖς, ἂν θέλουμε νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὰ σκοτάδια τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν τρομακτικὴ σκιὰ τοῦ θανάτου, ἂς ἀκολουθήσουμε τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Τότε θὰ χαροῦμε πραγματικὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή, ὅπως μᾶς τὸ ὑποσχέθηκε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: «Ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾽ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰω. η΄ 12). Ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ μὲ πλήρη ἐμπιστοσύνη καὶ ἐλπίδα καὶ ὑπακοὴ στοὺς λόγους μου, δὲν θὰ περπατᾶ στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ θὰ ἔχει μέσα του τὸ ζωηφόρο φῶς ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὸν Θεό.

Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ διέλυσε τὰ σκοτάδια τοῦ θανάτου! Ὁ θάνατος γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς δὲν εἶναι τὸ τέρμα ἀλλὰ ἡ ἀφετηρία. Ἡ ἀφετηρία μιᾶς νέας ζωῆς. Ὄχι ἁπλῶς μιᾶς διαφορετικῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν ἐπίγεια, ἀλλὰ μιᾶς ζωῆς ἀσυγκρίτως ἀνώτερης, ἀφοῦ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει οὔτε φθορά, οὔτε θάνατος. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει λύπη, πόνος καὶ στεναγμός. Ἐκεῖ τὰ «πάντα πεπλήρωται φωτός». Καὶ ὅπου ὑπάρχει φῶς, ἐκεῖ ὑπάρχει ζωή!

«Ο ΣΩΤΗΡ»